Home 10 Γράμματα Κατοχής Κατοχικό Γράμμα 1: Ένας πατέρας γράφει στους δυο γιους του στο Χαρτούμ....

Κατοχικό Γράμμα 1: Ένας πατέρας γράφει στους δυο γιους του στο Χαρτούμ. Καφές από ρεβίθι, Ούζο από κούμαρα και τσίπουρα, λαδολύχναρα

635
0
SHARE

Σήμερα δημοσιεύουμε το πρώτο από τα 10 Γράμματα Κατοχής τα οποία είχαν δημοσιευτεί στο βιβλίο του Ξενοφών Μαυραγάνη “Προς το παρόν υγιαίνω”. Γράμματα τα οποία ξεκίνησαν να στέλνουν οι κάτοικοι του Πλωμαρίου όταν τους επετράπη το φθινόπωρο του 1941, σε συγγενείς ή φίλους στο εξωτερικό, που κόπηκε η μεταξύ του επικοινωνία λόγω πολέμου, σε αγνοούμενους με την ελπίδα να ζουν ή αιχμαλώτους. Μέσα από αυτά τα κείμενα διαβάζουμε την ιστορία του Πλωμαρίου της Κατοχής. Οι κακουχίες, η προσπάθεια για επιβίωση, εναλλακτικές συνταγές για καφέ και φαγητό, η ανταλλακτική οικονομία και πολλά άλλα. Τον πρόλογο του συγγραφέα για τα Δέκα Γράμματα Κατοχής μπορείτε να τον διαβάσετε πατώντας εδώ.

Το πρώτο γράμμα

“Εν Πλωμαρίω τη 4 Οκτωβρίου 1941

Αγαπητά μου παιδιά Γιώργο και Μανώλη.

Φαντάζομαι την αγωνία σας, που τόσον πολύ καιρό δεν έχετε νέα μας, όπως και τη δική μας αγωνία και οδύνη για τον ίδιο λόγο.

Κατ’ αρχάς έρχομαι να σας πληροφορήσω, ότι εγώ η μητέρα σας και η αδελφή σας είμαστε καλά, το ίδιο ευχόμαστε και ποθούμε για σας. Για τον αδελφό σας και γιο μου Χρήστο, δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο, γιατί δεν ξέρουμε που βρίσκεται. Ήταν στρατιώτης, όπως γνωρίζετε, αλλά μετά την κατάπαυση του πυρός δεν εμφανίστηκε στο Πλωμάρι. Ένα μήνυμα μας έστειλε μόνο, ότι δεν θα έλθει στο νησί, αλλά θα μείνει στη Στερεά Ελλάδα, ίσως στην Αθήνα. Ελπίζω να κάνει το καλύτερο. Φοβούμαι και λίγο μη μπλεχτεί πουθενά, με τις ιδέες που έχει. Αν λάβω νέα του και μπορώ να σας γράψω, θα σας πληροφορήσω σχετικά.

Εδώ τα πράγματα είναι δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Το καφενείο το διατηρώ, πιο πολύ για να περνά η μέρα μου. Καφές δεν υπάρχει, και φτιάχνουμε κάτι που μοιάζει με αυτό καβουρντίζοντας ρεβίθια, όταν τα βρίσκουμε, και κριθάρι. Ας είναι καλά το δεντρολίβανο, το πεντόνικο, η μέντα, ο δυόσμος και το τσάι του βουνού, που τα έχουμε μπόλικα.

Ένας φίλος μου ναυτικός, που ήρθε από τη Λήμνο, μου έφερε μια οκά ρεβίθια, και αποφασίσαμε με τη μητέρα σας να μην τα φάμε, αλλά να τα σπείρουμε, τον άλλο μήνα, στις πεζούλες του κτήματος μας, μήπως και φυτρώσουν, οπότε θα μπορούμε να έχουμε καφέ στο καφενείο μας, και βέβαια μερικές μαγειριές.

Ομοίως δεν υπάρχει και ζάχαρη. Μοιράζουν στα συσσίτια λίγη και επίσης μας δίνουν κλούκο. Εσείς δεν θα το ξέρετε, αλλά είναι ένα πηχτό άσπρο πράγμα, γλυκό, που επίσημα λέγεται γλυκόζη. Έχουμε και το πετιμέζι που είναι ό,τι χρειάζεται.

Επίσης, ούζο πλέον δεν παράγεται, και φροντίζουμε ο καθένας να φτιάχνει από τα τσίπουρα ή κούμαρα που άλλοτε τα περιφρονούσαμε. Με κανένα αγγουράκι το καλοκαίρι, μούσμουλα και τσάγαλα στην άρμη, ζαβλαπίδες, μερικές πεταλίδες και κανά αχινό, φτιάχνουμε το μεζέ.

Μερικές φορές έχουμε και καλύτερα πράγματα, που τα απολαμβάνουν λίγοι, γιατί αυτοί μόνο τα έχουν. Όπως πριν από μέρες ήρθαν κάτι μαυραγορίτες άνθρωποι των Γερμανών, τα “Ξερά” αν τους θυμάστε, και κάνανε το γλέντι της ζωής τους. Με σαλάμια, λουκάνικα και τυριά, και εκλεκτά παστά, και κρέατα φρέξαν που ψήνονταν στα κάρβουνα, έτρωγαν κι έπιναν κι ύστερα έφεραν τις μουσικές κι είχανε γεμίσει τα σκαλοπάτια εδώ στο “Πλατανέλ” από ανθρώπους που είχανε μήνες να γευτούνε τυρί ή κρέας και τους βλέπανε κι έτρεχαν τα σάλια τους.

Και κάποια στιγμή, αργά το βράδυ, πέρασε ο διοικητής της Χωροφυλακής και βλέποντας τους αγανάκτησε και δεν κρατήθηκε: Δεν ντρέπεστε βρε, ο κόσμος να πεινάει, και σεις να τρώτε και να πίνετε τον αγλέορα.
Μερικές μέρες αργότερα μάθαμε πως ο διοικητής έφυγε απ’ το πλωμάρι. Για πού, δεν ξέρουμε.
Για ζάχαρη, εκτός από το πετιμέζι, χρησιμοποιούμε και κάτι χαπάκια γλυκαντικά, που έχουν και τα δύο φαρμακεία, του Ρεπάνη και τον Κωνσταντινίδη, και ευτυχώς δεν είναι ακριβά. Εξ άλλου οι πιο πολλοί συνηθίσαμε πια να πίνουμε αυτό που λέμε καφέ σκέτο. Μήπως και νοιώσουμε κάτι.

Εσείς στο Χαρτούμ ελπίζουμε ότι είστε καλά. Είστε βέβαια στην ξενιτιά, αλλά δεν έχετε τα δικά μας τα καλά.

Τα βράδια περνάνε δύσκολα, κι όσο έρχεται ο χειμώνας θα είναι ακόμα πιο δύσκολα, γιατί η νύχτα έρχεται γρήγορα και για φωτισμό έχουμε τα λαδολύχναρα, εσείς ίσως δεν τα θυμάστε, αλλά δεν έχουμε πετρέλαιο για τις λάμπες. Ευτυχώς, ότι και να γίνει, το λίγο λάδι δεν θα μας λείψει.

Εφέτος φαίνεται πως θα ‘χει μαξούλι. Κι αυτό θα μας ανακουφίσει.

Γράψτε μας δυο λόγια, όπως μπορείτε, να ξέρουμε πως είστε καλά, να μη λέει η μάνα σας, “τρία παλληκάρια έχω και τα τρία μου τα ‘φαγαν τα ξένα”.

Ο Πατέρας σας
Γιάννης Φ.”

Από το βιβλίο του Ξενοφών Μαυραγάνη “Προς το παρόν υγιαίνω”

Facebook comments:

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here